διασημασία

διασημ-ᾰσία, ,
A method of marking, Ptol.Alm.7.4, 8.3 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διασημασίας — διασημασίᾱς , διασημασία method of marking fem acc pl διασημασίᾱς , διασημασία method of marking fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημασιῶν — διασημασία method of marking fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διασημασίαις — διασημασία method of marking fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.